Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Ιδού το αγαπημένο μου παραμύθι.



Χνς Κρίστιαν ντερσεν - Τ κοριτσάκι μ τ σπίρτα


ταν Δεκέμβριος, τελευταία μέρα το χρόνου. Χιόνιζε σταμάτητα κα μεγάλη πόλη εχε σκεπαστε μ να κατάλευκο πέπλο, ν τ σούρουπο πεφτε μουντό. Στος χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μ φανταχτερ πακέτα κα δρα. Μ κανες δν δινε σημασία στ κοριτσάκι μ τ σπίρτα! δικα μικρ ρφαν διαλαλοσε τ φτωχικ πραμάτεια της κα σίμωνε δειλ τος περαστικούς, ζητώντας μ σβησμένη φων ν γοράσουν να κουτ σπίρτα. δικα ψιθύριζε χν πς δν ζητιάνευε, πς πουλοσε σπίρτα γι ν ζήσει, φο δν εχε κανένα στν κόσμο. Δν εχαν ρα γι μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε κα λοι βιάζονταν ν πιστρέψουν στ ζεστά τους σπίτια, στν οκογενειακ θαλπωρή, στ γιορτιν τραπέζι μ τς χίλιες λιχουδιές, στ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Ο διαβάτες, τυλιγμένοι στ ζεστ πανωφόρια τους, μ τ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ς τ ατι κα τς σάρπες γύρω π τ λαιμό, τρεχαν κρατώντας πακέτα στ γαντοφορεμένα τους χέρια, ν ζεστ νάσα τους χνιζε στν παγωμένο γέρα. Ο καρότσες περνοσαν βιαστικ κα ο ρόδες τους φηναν βαθις αλακις στ χιονισμένο δρόμο. Τ λογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικ πάνω στ λιθόστρωτο κα τ πέταλά τους τίναζαν λάσπη κα μισολειωμένο χιόνι.
Ξαφνικά, μι μαξα πέρασε τόσο γρήγορα πο μικρούλα μόλις πο πρόλαβε ν τραβηχτε στν κρη το δρόμου. Κα πως παιδούλα γλιστροσε στ χιόνι, τ να της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ν τ σπίρτα ξέφυγαν π τν ποδιά της κα σκορπίστηκαν δεξι κα ριστερ στν γρ δρόμο.
Τ κοριτσάκι γονάτισε στ χιόνι κα ρχισε ν μαζεύει να-να τ μουσκεμένα σπίρτα. Ατ ταν λο τ βις κα λος κόσμος της. Γονες, σπίτι, οκογένεια δν ταν παρ μία μακριν νάμνηση γι τ φτωχ ρφανή. Μόνη της περιουσία, τ νοτισμένα π τ χιόνι ξυλάκια, τ μουσκεμένα σπίρτα.
Τρέμοντας π τ κρύο μέσα στ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μ τ ποδαράκια γυμν μέσα στ χιόνι, μικρούλα μάζευε μ τ ξυλιασμένα π τ κρύο χεράκια να-να τ σπίρτα κα τ ξανάχωνε προσεκτικ στν κόρφο της. Τ χιόνι πεφτε πυκν πάνω στ παλ μαλλάκια, βρέχοντας τς πυρόξανθες μποκλες πο κολλοσαν στ χρ προσωπάκι της.
Κα πως μάζευε βιαστικ τ σπίρτα, να γόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εδε τ ξύλινο τσόκαρο, σκυψε, τ πρε κα φυγε γοργά, πρν μικρούλα προλάβει ν μιλήσει.
ναστενάζοντας πογοητευμένη, μικρούλα με τ σπίρτα νασηκώθηκε κα ξαναπρε τ στράτα, σέρνοντας βαρι τ βήματά της. νιωθε πι βασανιστικ τ κρύο, τν κούραση, τν πείνα, μ δν εχε πουλήσει οτε να κουτ σπίρτα π τ πρωί. Πς ν γυρίσει νηστική, χωρς οτε να ξεροκόμματο, πίσω στν παγωμένη τρώγλη;
λλ πάλι, ποις θ γόραζε σπίρτα τ νύχτα τς παραμονς τς Πρωτοχρονις; λοι εχαν τ πάντα περισσά. Ο δρόμοι εχαν τώρα ρημώσει. π τς σφαλιστς ξώθυρες κούγονταν κάλαντα, τραγούδια κα γέλια κα πίσω π τ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τ στολισμένα δέντρα.
Τ κοριτσάκι προχώρησε στ γωνι το δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω π τν ναμμένο φανοστάτη. π τ παράθυρο κάποιου σπιτιο βλεπε να δωμάτιο μ χριστουγεννιάτικες γιρλάντες κα στολίδια κα μία τρυφερ μανούλα ν ταΐζει μ στοργ κα πέραντη γάπη τν κορούλα της.
Τ ματάκια της βούρκωσαν. ποκαμωμένη κα μελαγχολικ κούρνιασε στ πλατύσκαλο τς βαρις πόρτας, πο τ στόλιζαν στεφάνια κα γιρλάντες π γκ κα ο. Τότε κοντοζύγωσε δειλ να δέσποτο σκυλάκι. καρδι τς μικρς σπάραξε. Δν εχε τίποτε ν τ φιλέψει, οτε μία μπουκι φαγητ ν μοιραστε μαζί του. Μόνο χάδια μποροσε ν το δώσει κα λόγια παρηγορις. ρα περνοσε κα τ κρύο γινόταν λο κα πι διαπεραστικό. Κανες δν θ γόραζε πι σπίρτα. ν ναβε να, να μονάχα, γι ν ζεστάνει στ φλογίτσα του τ ξυλιασμένα δάχτυλά της;
Καθς ναψε τ σπίρτο, μ τ μάτια τς φαντασίας της μικρούλα εδε μς στ λάμψη του, μι εκόνα γεμάτη μορφιά, ζεστασι τρυφερότητα κα ετυχία.
Καταμεσς το δρόμου, λέει, νάμεσα στ ψηλ σπίτια μ τς χιονισμένες στέγες κα τς καμινάδες πο καπνίζουν, στεκε ζεστ κα πυρακτωμένη μία ναμμένη σόμπα π μαρο μαντέμι. Ο φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες κα πελώριες μέσα π τ μισάνοιχτη πορτούλα κα μία τσαγιέρα μ εωδιαστ τσάι χνιζε στ φωτιά, ν μία τρυφερ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στ μαλακ χαλάκι. στερα φλόγα το σπίρτου τρεμόπαιξε κι σβησε. μικρούλα δν δίστασε διόλου. Πρε να δεύτερο σπίρτο, τ τριψε μ δύναμη κα στ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε να πλούσια στρωμένο γιορτιν τραπέζι. Πάνω στ φρεσκοσιδερωμένο κεντητ λιν τραπεζομάντηλο, ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εωδίαζε στν πιατέλα, σούπα χνιζε στ σουπιέρα κα τ φρτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο κα μυρωδικά.
Στ φς το φανοστάτη το γκαζιο ο κοπες μ τ γλυκίσματα γίνονταν κόμα πι λαχταριστές, ν κάπου π τ βάθος φθανε λιγωτικ εωδι π τ τσουρέκια. σπου φλογίτσα σβησε ρεμα κα τ ξυλάκι στ παγωμένο χέρι τς μικρούλας πέμεινε μαρο, καρβουνιασμένο.
Χωρς χρονοτριβή, τ κοριτσάκι πρε να κόμα σπίρτο κα τ ναψε μ λαχτάρα. Κα μαγική του φλόγα φώτισε γι λίγο λλη μι πτασία. Στν ρημη πλατεία τς πόλης ψώθηκε ξαφνικ να τεράστιο καταπράσινο κα φουντωτ λατο. πάνω στ κλωνιά του στραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια κα στ φς τους ο βελόνες το δέντρου λαμπαν. Γιρλάντες πλώνονταν μ χάρη στ κλαρι κα χρωματιστς μπαλίτσες ρίδιζαν στ μισόφωτο. δ κι κε μικρ δωράκια, τυλιγμένα σ γυαλιστερ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν ν πλώσεις τ χέρι κα ν τ πάρεις... Μ σν σβησε τ σπίρτο, χάθηκε μονομις λη τούτη μορφιά.
Τ κοριτσάκι δν ντεξε. Πρε λα τ σπίρτα π τν ποδιά της κα να να ρχισε ν τ νάβει. Τότε, τ ναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν π τ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στ νυχτεριν γέρα κα ρχισαν ν διαγράφουν μικρς φωτεινς τροχιές, πο σπίθιζαν σν πυροτεχνήματα σν ναρίθμητα στεράκια στν ορ νς τεράστιου κομήτη. Κα σ λίγο κομήτης ρθε κα καρφώθηκε στ βελούδινο ορανό, πελώριος, λόφωτος, κτυφλωτικός...
σπου τ πελώριο στέρι σιγ-σιγ μεταμορφώθηκε. Τ κτυφλωτικ φς το γέμισε σκις πο πραν σχμα κα μορφ κα ξαφνικ κομήτης λλαξε ψη κα γινε μία γριούλα μ τρυφερ πρόσωπο κα ζεστ χαμόγελο, μ γελαστ μάτια κα μία ρθάνοιχτη στοργικ γκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε κστατικ μικρούλα, ναγνωρίζοντας τ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκι γιαγιούλα! σ εσαι, πο μο ψηνες πίτες κα χίλιες λλες λιχουδιές, πο μο σιγοτραγουδοσες νανουρίσματα κα μ κοίμιζες μ παραμύθια γι νεράιδες κα ξωτικά, πο μ σκέπαζες στοργικ κι γιανες τ λαβωμένο γόνατό μου! Μ μ φήσεις μόνη λλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».
Κα γιαγιά, σν λες τς γιαγιάδες το κόσμου, νοιξε τ ζεστ γκαλιά της κι κλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη γγόνα της. Κα πως τ γλυκοφιλοσε, τν πρε κα πέταξαν ψηλ στ οράνια, πάνω στ σπίτια κα στ δέντρα. «Κοίτα!» επε γιαγιά. «Κάθε σπιτικ εναι κα μία οκογένεια κα τ κάθε παραθύρι φωτίζει χι τ φς μις λάμπας, λλ γάπη πο νώνει τν οκογένεια. Μ τν γάπη μπορες ν φωτίσεις κα ν ζεστάνεις τν κόσμο λο! Μ διώξεις ποτ τν καλωσύνη π τν καρδιά σου κα τότε θ βρίσκεις, μ κα θ χαρίζεις πάντα τν γάπη».
Σν ξημέρωσε Πρωτοχρονιά, ο περαστικο εδαν πορημένοι μία γλυκι φτωχοντυμένη παιδούλα ν κοιμται γαλήνια στ πλατύσκαλο νς σπιτιο πάνω στ χιόνι, τριγυρισμένη π ναρίθμητα καμένα σπίρτα. Κα σν νοιξε ξώθυρα κα βγκαν ο νοικοκυραοι το σπιτιο, συγκινήθηκαν. νοιξαν ρθάνοιχτη τν γκαλιά τους κα πραν κοντ τος τ κοριτσάκι μ τ σπίρτα κα μαζ τ φτωχ δέσποτο σκυλάκι. Κα στ σπιτικ ατ δν παψε ποτ ν βασιλεύει γάπη, πο ζέσταινε κα φώτιζε λους γύρω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου